Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Παραδοσιακά παιχνίδια


Τα παραδοσιακά παιχνίδια όχι μόνο διασκέδαζαν, αλλά προωθούσαν την ευγενή άμιλλα, την ευστροφία του νου και την εφευρετικότητα, το ομαδικό πνεύμα αλλά και την ατομική εξιδανίκευση.
Είχαμε δυο βασικές κατηγορίες παιχνιδιών:
   Στη μια κατηγορία συναντάμε παιχνίδια όπως το κυνηγητό, το κρυφτό και τόσα άλλα, δεν είχαν καν πραγματικό αντικείμενο στο παιχνίδι, αλλά στηριζόταν σε ένα σενάριο ομαδικής δράσης και διασκέδασης, πάντα με νικητές και ηττημένους.
   Στην άλλη, υπήρχαν τα παιχνίδια που απαιτούσαν την ύπαρξη αντικειμένου, από το οποίο έπαιρναν και το όνομα τους, όπως οι βόλοι, το ξυλίκι-καμάκι, η σβούρα, η φακαρόλα κλπ.

Δεν ήταν προϊόντα αγοράς του αντικειμένου του παιδικού πόθου, αλλά παιχνίδια κατασκευασμένα με αγάπη και περίσσια τις περισσότερες φορές καλλιτεχνική φροντίδα, που πήγαζε μέσα από την ανάγκη και την ανέχεια, φροντισμένα  με την εμπιστοσύνη της προσωπικής δημιουργικής ικανότητας.
    Το παιδί, κατασκεύαζε το ίδιο το παιχνίδι του, από υλικά που έπαιρνε από τη φύση(ταύτιση με τη φύση), ή από άχρηστα αντικείμενα που έπαιρνε από το σπίτι(πρώτη εφαρμογή της ανακύκλωσης)δίνοντας του έτσι την προσωπική του ταυτότητα..
   Ήταν φυσικό λοιπόν, να το αγαπήσει και να το ταυτίσει με τη δική του προσωπική κουλτούρα που κι αυτή ήταν ενταγμένη στους αξιακούς κώδικες χιλιετηρίδων, που έρχονταν στον δικό του μικρόκοσμο μέσα από τη λαϊκή παράδοση.

    Τα ομαδικά παιχνίδια ήταν συνήθως τα παιχνίδια σεναρίου, που διακρινόταν για το πνεύμα συνεργασίας και την υπακοή σε κανόνες. Ήταν και τα αγαπημένα παιχνίδια της παρέας στις αλάνες και το χωματόδρομο, στις σχολικές αυλές και τα πάρκα.


Ξεχωριστή θέση είχε ανάμεσα τους το κρυφτό. 


Αφού κλήρωναν κατά κάποιο τρόπο με το «α μπε μπα μπλομ» ποιος θα έμενε «μάνα», οι υπόλοιποι έτρεχαν να κρυφτούν δεξιά αριστερά, όση ώρα η μάνα μέτραγε με κλειστά τα μάτια κολλημένος σε ένα στύλο ή τοίχο, μέχρι τον αριθμό που είχαν από κοινού συμφωνήσει. Όποιον κατάφερνε να βρεί, αυτός έχανε εκτός αν έτρεχε πρώτος στο σημείο που μέτραγε, τη θέση της «μάνας», να «φτύσει» με το χαρακτηριστικό «φτου». Οι χαμένοι, κλήρωναν μεταξύ τους για το ποιος θα είναι ο επόμενος που θα καθίσει «μάνα».

Το κυνηγητό



Δεύτερο αν όχι πρώτο στις προτιμήσεις της παρέας, παιζόταν είτε ανάμεσα σε δύο παιδιά, είτε ομαδικά. Με έναν, να κυνηγάει να πιάσει κάποιον από την υπόλοιπη παρέα. Όποιος πιανόταν, ήταν ο επόμενος κυνηγός.
Τα περισσότερα από τα ομαδικά αυτά παιχνίδια, τα συναντάμε όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.


Η τυφλόμυγα

Παίζεται από τρία τέσσερα παιδιά και πάνω. Στην αρχή «τα βγάζουν» ,με το «άκατα μακατα σουκουτου μπε. Άμπερ φάμπερ βγέ!» για να  δούνε ποιος θα τα φυλάει.
Αυτός κλείνει τα μάτια του με ένα μαντήλι . Την ώρα που τα έχει  κλειστά τα παιδιά ανακατεύονται και τον πειράζουν. Όποιο παιδί πιάσει πρέπει να βρει πως το λένε δηλαδή ποιο  είναι. Αν το αναγνωρίσει τότε αυτό το παιδί κάνει τη τυφλόμυγα. Και έτσι αυτό συνεχίζεται. 

 Στο μπίζζζζ!!!

Μαζεύονται τα παιδιά και αποφασίζουν ποιος θα τα "φυλάει". Αυτός λοιπόν κάθεται σ' ένα  σκαμνί ή στέκει σκυφτός και βάζει το δεξί του χέρι κάτω από την αριστερή του μασχάλη,  κρατώντας την παλάμη ανοιχτή προς τα επάνω, ενώ με το αριστερό του χέρι κρατάει κλειστά  τα μάτια του.  
 Οι άλλοι παίκτες στέκονται προς τ' αριστερά του και ένας απ' αυτούς τον πλησιάζει, του  χτυπάει την ανοιχτή παλάμη και ύστερα απομακρύνεται μαζί με τους άλλους. Όλοι χοροπηδούν  γύρω του και στρυφογυρίζουν το δάχτυλο τους φωνάζοντας "Μπιζζ!" όπως κάνει η μέλισσα.
 
 Αυτός που τα φυλάει πρέπει να μαντέψει ποιος τον χτύπησε. Αν τον ανακαλύψει, τότε αυτός  παίρνει τη θέση του αλλιώς το παιχνίδι συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο. 



Αλάτι χονδρό-Αλάτι ψιλό
  
Το παιχνίδι αυτό παίζεται από πολλά παιδιά που συγκεντρώνονται και βγάζουν με κλήρο τη  "μάνα". ΄Υστερα κάνουν όλα μαζί ένα κύκλο και κάθονται κάτω σταυροπόδι με τα χέρια πίσω,  με τις παλάμες ανοιχτές.  
 Η μάνα στέκεται έξω από τον κύκλο και βαστάει ένα μαντήλι. Κάνει μια βόλτα γύρω από τον  κύκλο τραγουδώντας: 
 Αλάτι ψιλό, αλάτι χονδρό,  
 έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω 
 
 παπούτσια δεν μου πήρε να πάω στο χορό 
 Την ώρα που τραγουδάει γύρω από τον κύκλο, πετάει το μαντήλι πίσω από ένα παιδί και  συνεχίζει μέχρι να καταλάβουν ότι δεν κρατάει πια το μαντήλι.Το παιδί που πήρε το μαντήλι  σηκώνεται και αρχίζει να κυνηγάει τη μάνα. ΄Οταν την πιάσει η μάνα κάθεται στη θέση του  μαζί με τα άλλα παιδιά.  Το παιδί που πήρε το μαντήλι γίνεται μάνα και αρχίζει να κυνηγάει. Το παιχνίδι συνεχίζεται έτσι  μέχρι να το βαρεθούν. 
                     


Περνά, περνά η μέλισσα


 Αυτό το παιχνίδι είναι ένα παλιό και παραδοσιακό παιχνίδι. Συγκεντρώνονται τουλάχιστον έξι παιδιά και δύο χτυπούν παλαμάκια και τραγουδούν.
Πέρνα πέρνα μέλισσα με τα μελισσάκια σου
Και με τα παιδάκια σου
Τα υπόλοιπα περνούν κάτω απ' τα χέρια τους και όποιον πιάσουν το βάζουν και επιλέγει με ποιανού το μέρος θα πάει. Τελικά όταν μαζευτούν όλα τα παιδιά τραβάνε τους άλλους και όποιοι δεν πέσουν κάτω είναι οι νικητές. 
 Αυτό το παιχνίδι το παίζουν πολλά παιδιά (6-7 χρονών), από όλο τον κόσμο.


Η κολοκυθιά


 Το παιχνίδι αυτό παίζεται με 3 παίκτες και πάνω. Κάθε παίκτης έχει από έναν αριθμό. Για παράδειγμα : Ο Γιώργος έχει το 1, η Σοφία το 2, ο Μιχάλης το 3, η Μαρία το 4 και ο Παντελής  το 5. Το παιχνίδι αρχίζει. Ο Γιώργος λέει : 'Εχω μια κολοκυθιά που έχει 3 κολοκύθια. Τότε ο  Μιχάλης πρέπει να πει : Και γιατί να έχει 3 κολοκύθια ; Ο Γιώργος ρωτάει : Και πόσα κολοκύθια  να έχει ; Ο Μιχάλης του απαντάει : Να έχει 2 κολοκύθια. 'Ετσι πρέπει να μιλήσει η Σοφία. Αυτό  γίνεται ώσπου να μπερδευτεί κάποιος και να πει κάτι άλλο. Τότε τ' άλλα παιδιά αποφασίζουν τι  να κάνει. Για παράδειγμα πρέπει να πει ένα ποίημα. 
 Συχνά ακούμε τη φράση : Μα καλά, την κολοκυθιά θα παίξουμε ; Αυτό το λέμε όταν κάποιοι  διαφωνούν και ρίχνει ο ένας στον άλλο την ευθύνη. 
Μια άλλη παραλλαγή της κολοκυθιάς, είναι το παρακάτω.
Παίζεται και με τρεις, αλλά και  περισσότερους παίχτες. Το κάθε παιδί παίρνει ένα νούμερο. Μετά το παιδί που έχει το νούμερο  (ένα), αρχίζει λέγοντας :
" Στου παππού το περιβόλι, που το αγαπούμε όλοι, είναι μια  κολοκυθιά, πλάι-πλάι στη ροδιά. Κάνει πέντε κολοκύθια στρογγυλά, μα την αλήθεια θα τα  δώσει ο παππούς μποναμά της αλεπούς. Δυο θα δέσει στην ουρά της κι όλα τα άλλα στα παιδιά  της". 'Επειτα ρωτάει : " Ποιος θα πάει στην αλεπού ; " " Ποιός θα της πάει τα κολοκύθια ; " 
 Αργότερα το ίδιο παιδί λέει " να πάει το ..." και το παιδί που έχει αυτό το νούμερο λέει " γιατί  να πάει το ...; Να πάει το ..." κ.λ.π. 'Οποιο παιδί απαντήσει χωρίς να είναι το νούμερό του,  χάνει και παίρνει παρατσούκλι ή κάνει κάτι που του έχει ορίσει η παρέα. 

Πεντόβολα, ή αλεκατρίδες όπως τις γνωρίζαμε στη δυτική Κρήτη

 Παραδοσιακό παιχνίδι δεξιοτεχνίας που παίζεται από δύο και περισσότερους παίχτες. Το  παιχνίδι αυτό παίζεται με πέντε βόλους ή πέτρες (πεντό-βολα), σε διάφορα μέρη. Στην αρχή  παίρνεις έναν βόλο ή πέτρα, τον πετάς στον αέρα, παίρνεις έναν βόλο από κάτω και πιάνεις και  τον βόλο που είχες πετάξει στον αέρα πριν πέσει κάτω. Μετά αυτούς τους δύο που κρατάς,  τους πετάς στον αέρα, παίρνεις έναν από κάτω και πιάνεις και τους άλλους δύο που είχες  πετάξει στον αέρα. 'Ετσι συνεχίζεις ως τον πέμπτο βόλο. Στην συνέχεια υπάρχουν άλλοι πέντε  γύροι με διαφορετικό όνομα ο καθένας. Τα πεντόβολα λέγονται και αλλιώς : πεντάλιθα,  πεντεγούλια, αλεκαφίδες και πετράδια. 
 


Το δαχτυλίδι
  
Στήνονται τα παιδιά σε σειρά. Κάποιο από τα παιδιά κρύβει στα χέρια του ένα δαχτυλίδι,  ψεύτικο ή αληθινό. Έπειτα προσπαθεί να αφήσει στα χέρια κάποιου από τα παιδιά που είναι  στη σειρά το δαχτυλίδι, λέγοντας το τραγουδάκι: 
 Πουν' το, πουν' το  
 το δαχτυλίδι, 
 
 ψάξε, ψάξε 
 
 δεν θα το βρεις! 
 δεν θα το βρεις,  
 δεν θα το βρεις, 
 
 το δαχτυλίδι που ζητείς. 
 Το κάθενα από τα παιδιά έχει μια ευκαιρία να μαντέψει ποιος έχει το δαχτυλίδι. Όποιος  μαντέψει σωστά παίρνει το δαχτυλίδι και το ρίχνει στο επόμενο παιδί. Το παιχνίδι συνεχίζεται  με τον ίδιο τρόπο. 

Η μικρή Ελένη


Ξεκινά, αφού οριστεί ποιος θα κάνει την Ελένη, με το 
 «Ανέβηκα στην πιπεριά να κόψω ένα πιπέρι
Κι η πιπερια τσακίστηκε και μούκοψε το χέρι»
Η μικρή Ελένη κάθεται στο κέντρο του κύκλου, ενώ η υπόλοιπη παρέα χορεύει γύρω γύρω και τραγουδά.
«Η μικρή Ελένη, κάθεται και κλαίει
Γιατί δεν τηνε παίζουνε, οι φιλενάδες της
Σήκω Ελένη, τα μάτια κλείσε κι αποχαιρέτησε !»
Τότε σηκώνεται η μικρή Ελένη και με τα μάτια κλειστά, απλώνει τα χέρια προσπαθώντας να πιάσει ένα από τα παιδιά αλλά και να το αναγνωρίσει.
Αν το πετύχει, παίρνει αυτό τη θέση της, αλλιώς συνεχίζει και στον επόμενο γύρο.

Στο γύρω γύρω όλοι και στη μέση ο Μανώλης


Το μόνο που χρειάζεται, είναι ένα σκαμνί. Ελλείψει βέβαια σκαμνιού, βάζαμε ακόμα και κλούβα από τα πορτοκάλια. Πρώτα με το τραγουδάκι
«έχω ένα αυτοκίνητο, που όλο τρέχει τρέχει
και που θα σταματήσει ?
-Στη Γαλλία.
-Και τι χρώμα θα ζητήσει?
-Πράσινο.
Έχεις πάνω σου πράσινο ?
»
Ορίζεται ποιος θα κάνει το Μανώλη. Ορίζουν και ποιος θα του τραβήξει το σκαμνί, για να μην μπερδευτούν μεταξύ τους.
Αμέσως αρχίζει ο χορός και το πείραγμα, ενώ ο Μανώλης, στέκεται όρθιος δίπλα στο σκαμνί. Και τραγουδούν τα παιδιά
«Γύρω γύρω όλοι, στη μέση ο Μανώλης,
χέρια πόδια στη γραμμή κι όλοι κάθονται στη γη
κι ο Μανώλης στο σκαμνί»
Μόλις τελειώσει το τργούδι, όλοι κάθονται με μιας, στις φτέρνες τους. Ο Μανώλης ωστόσο, προσπαθεί να εντοπίσει το παιδί που θα του τραβήξει το σκαμνί, για να το προλάβει και να καθίσει κι αυτός. Αν το καταφέρει και καθίσει, τότε τη θέση του παίρνει αυτός που θα του το τραβούσε. Αλλιώς, αν πέσει κάτω αφού θα του έχει τραβήξει το σκαμνί το άλλο παιδί, ξαναπαίρνει τη θέση του.

Το κουτσό


Εδώ, συναντάμε πολλές παραλλαγές και διάφορους σχεδιασμούς του παιχνιδιού με την κιμωλία, αλλά θα περιγράψομε την πιο απλή του εκδοχή.
Ήταν άλλωστε κοριτσίστικο παιχνίδι, οπότε δεν θυμάμαι τις πολλές εκδοχές που παιζόταν.
   Χωρίζουμε ένα μεγάλο τετράγωνο σε οκτώ μικροτερα.Εχουμε μια πλατιά πέτρα που τη λέμε ομάδα ή αμάδα. Πετάμε την ομάδα στο πρώτο τετράγωνο. Κατόπιν, στηριζόμενοι στο ένα πόδι και κλοτσώντας την ομάδα, προσπαθούμε να πάμε μέχρι το όγδοο τετράγωνο, χωρίς ν' ακουμπήσουμε τις γραμμές, ούτε με το πόδι ούτε με την ομάδα. Οταν φτάσουμε στο όγδοο κουτάκι, πρέπει να ξαναγυρίσουμε στο πρώτο.
Μου ήρθε στη θύμηση παλιό ποιηματάκι που έγραφα για τα σχολικά χρόνια, δυο στίχοι του μίλαγαν και για το κουτσό
"...και στο κουτσό κορίτσια
με κορδέλες στα μαλλιά,
πετούν σαν πεταλούδες 
με γαλανά φτερά..."
Τότε με τις γαλάζιες τις ποδιές σχολική φορεσιά και την απαραίτητη λευκή κορδέλα στα μαλλιά, ήταν πραγματικά μικρές πεταλουδίτσες στη γεμάτη φωνές και χορό σχολική αυλή.

Η μακριά γαϊδούρα 
 

Παίζεται απο δύο ομάδες και μια "μάνα", που είναι ο αρχηγός και διαιτητής του παιχνιδιού. Η "μάνα" στέκεται όρθια με την πλάτη στηριγμένη στον τοίχο. Ο πρώτος παίχτης της μιας ομάδας σκύβει, χωρίς να λυγίσει τα πόδια του, και πιάνεται από τη μέση της "μάνας".
Κατά τον ίδιο τρόπο σκύβει και πιάνεται από τη μέση του πρώτου ο δεύτερος, απο τη μέση του δεύτερου 5 ο τρίτος, κ.ο.κ.
Τα παιδιά της άλλης ομάδας πηδούν με τη σειρά πάνω στις ράχες των παιδιών της πρώτης ομάδας και ο αρχηγός τους απαγγέλλει κάποιους στίχους, δείχνοντας με τα δάκτυλά του έναν αριθμό που πρέπει να τον μαντέψει εκείνος που το κρατάει στην πλάτη του.
Αν δεν τον μαντέψει, το παιχνίδι επαναλαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο, αλλιώς οι δύο ομάδες αλλάζουν ρόλους.

Δεν περνας κυρα Μαρία


Τα παιδιά σχηματίζουν έναν κύκλο και πιάνονται από το χέρι. Με λάχνισμα επιλέγεται ένα παιδί που στέκεται στη μέση. Είναι η κυρά Μαρία! Αρχίζουν να γυρίζουν περπατώντας γύρω γύρω και να τραγουδούν ενώ η...κυρα Μαρία προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους. Τότε λαμβάνει χώρα ο παρακάτω τραγουδιστός διάλογος:
 ΠΑΙΔΙΑ:Που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς δεν περνάς,
Που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς, περνάς!
ΜΑΡΙΑ: Θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, δεν περνώ.
Θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, περνώ!
ΠΑΙΔΙΑ: Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, δεν περνάς
Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, περνάς!
ΜΑΡΙΑ: Θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, δεν περνώ
Θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, περνώ!
ΠΑΙΔΙΑ: Τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, δεν περνάς
Τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, περνάς!
ΜΑΡΙΑ: Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, δεν περνώ
Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, περνώ!
ΠΑΙΔΙΑ: Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, δεν περνάς
Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, περνάς!
ΜΑΡΙΑ: Η καλή μου είν’ η π.χ. Μάρθα, δεν περνώ, δεν περνώ
Η καλή μου είν’ η π.χ. Μάρθα, δεν περνώ, περνώ!

Όταν το παιδί που είπε η κυρά Μαρία ακούσει το όνομά του, αλλάζουν ρόλους και γίνεται αυτό η κυρά Μαρία. Το παιχνίδι εξακολουθεί έτσι!
Παραλλαγή: Το παιδί που ακούει το όνομά του από την κυρά Μαρία μπαίνει στον κύκλο και στέκεται δίπλα της και επιλέγει αυτό το επόμενο παιδί μέχρι μπουν όλα τα παιδιά μέσα ή να μην υπάρχουν αρκετά ώστε να σχηματίσουν εξωτερικό κύκλο.
Το παιχνίδι φέρεται ότι είναι αρχαίο ελληνικό και λεγόταν «χελιχελώνη».

Ένα, δύο, τρία, το κόκκινο φως !


Επιλέγεται ένα παιδί που θα τα φυλάξει (μάνα). Οι υπόλοιποι συμμετέχοντες παρατάσσονται στα 10-12 μέτρα, πίσω από την ορισθείσα γραμμή αφετηρίας. Η μάνα λέει κάθε φορά με το πρόσωπο στον τοίχο και τα μάτια κλειστά:
 «ένα, δύο, τρία, το κόκκινο φως»
και αστραπιαία γυρίζει και κοιτάζει τα παιδιά. Εκείνα, όσο η μάνα δεν τα βλέπει, κινούνται και κάνουν αταξίες αλλά μόλις η μάνα γυρίσει ακινητοποιούνται όπως είναι, στην πόζα ακριβώς που βρίσκονται.
Αν κάποιο παιδί κουνηθεί έστω και λίγο χάνει και βγαίνει από το παιχνίδι.
Με τον ίδιο τρόπο εξακολουθεί μέχρι ένα ή περισσότερα παιδιά να πλησιάσουν τόσο πολύ τη μάνα ώστε να τη χτυπήσουν στην πλάτη.
Τότε η μάνα αρχίζει να τα κυνηγά και όλα τα παιδιά πρέπει να γυρίσουν στη γραμμή εκκίνησης. Αν δεν πιάσει κάποιο τα ξαναφυλάει, αν πιάσει, τα φυλάει εκείνο.

Ένα λεπτό κρεμμύδι


Τα παιδιά χωρίζονται σε δυο ομάδες και στέκονται αντικριστά σε απόσταση περίπου 7-8 μέτρων. Τα παιδιά στέκονται δίπλα το ένα στο άλλο και πιάνονται από τα χέρια.
Κατόπιν ακολουθεί ο παρακάτω τραγουδιστός διάλογος (κάθε φορά που μια ομάδα μιλάει προχωρά προς το μέρος της άλλης ενώ όταν τελειώνει οπισθοχωρεί και το ίδιο κάνει η άλλη που είναι η σειρά της να μιλήσει:
Α: Ένα λεπτό κρεμμύδι, γκέο βαγκέο,
ένα λεπτό κρεμμύδι, φράνσε βαγκέο!
Β: Τι να το κάνω το λεπτό, γκέο βαγκέο,
τι να το κάνω το λεπτό, φράνσε βαγκέο!
Α: Μ’ αυτό το ένα το λεπτό παντρεύουμε τη Νίτσα
Β: Και ποιόν θα της εδώσετε, γκέο βαγκέο
Και ποιόν θα της εδώσετε, φράνσε βαγκέο
Α: Της δίνουμε έναν κυνηγό, γκέο βαγκέο
Της δίνουμε έναν κυνηγό, φράνσε βαγκέο
Β: Αυτόνε δεν τον θέλουμε, γκέο βαγκέο
Αυτόνε δεν τον θέλουμε, φράνσε βαγκέο
Α: Της δίνουμε έναν…
(προτείνουν διάφορους γαμπρούς της αρεσκείας τους και οι της Β ομάδας του απορρίπτουν όλους με τον ίδιο τρόπο)
Β: Αυτόν δεν τον εθέλουμε, γκέο βαγκέο
Αυτόν δεν τον εθέλουμε, φράνσε βαγκέο

Ώσπου:

Α: Της δίνουμε το βασιλιά, γκέο βαγκέο
Της δίνουμε το βασιλιά, φράνσε βαγκέο
Β: Αυτόνε τον εθέλουμε, γκέο βαγκέο
Αυτόνε τον εθέλουμε, φράνσε βαγκέο.
Τοιμάστε τα προικιά της και τα μαλάματά της
και τα μαχαιροπήρουνα, τα χρυσοκούταλά της.

Το κορίτσι που έχει επιλεγεί να κάνει τη «Νίτσα» πηγαίνει απέναντι. Και ξεκινά το τελευταίο κομμάτι του διαλόγου με τον ίδιο τρόπο:
Α: Σας πήραμε, σας πήραμε μια όμορφη κοπέλα
Β: Μας πήρατε, μας πήρατε μια παλιοκατσιβέλα
Α: Σας πήραμε, σας πήραμε φλουρί κωσταντινάτο!
Β: Μας πήρατε, μας πήρατε βαρέλι δίχως πάτο!

Πινακωτή, πινακωτή


Ένα παιδί κάθεται σε μια καρέκλα. Στα γόνατά του κάθεται ένα άλλο και πάνω στο δεύτερο ένα τρίτο. Ένα άλλο παιδί πάει κοντά στην κυρα Πινακωτή και της φωνάζει:
«Έ, κυρα Πινακωτή»
Η κυρά Πινακωτή κάνει ότι δεν ακούει:
«Από τ’ άλλο μου το αυτί»
Το παιδί πάει από την άλλη μεριά και της ξαναφωνάζει:
«Έ, κυρα Πινακωτή»
Ίδια απάντηση από την κυρά Πινακωτή
«Από το άλλο μου αυτί»
Το κορίτσι ξαναπάει από το άλλο αυτί:
«Έ, κυρα Πινακωτή»
Και τότε εκείνη αποκρίνεται:
-Ορίστε, σ’ακούω!
-Μου είπε ο βασιλιάς να μου δώσεις ένα αρνί.
-Διάλεξε και πάρε ποιο θες!
Το παιδί τότε αρχίζει και μυρίζει τα παιδιά και λέει:
«Πουφ, μπακαλιάροι!  Πιφ ρέγκες! Πουφ, σκόρδα»
Στο τελευταίο παιδί (κορίτσι) όμως λέει:
«Μμμ! Μόσχος και κανέλα και του βασιλιά κοπέλα»
Παίρνει το κορίτσι και φεύγει. Το παιχνίδι εξακολουθεί κατά τον ίδιο τρόπο μέχρι το τελευταίο κορίτσι. Στο τελευταίο, όταν το παιδί ζητά αρνί, η Πινακωτή αποκρίνεται:
«Ένα έχω δεν το δίνω, μα τον Άγιο Κωνσταντίνο!»
Το παιδί φεύγει αλλά όταν η Πινακωτή αποκοιμηθεί, επιστρέφει και της το παίρνει. Μόλις ξυπνήσει η Πινακωτή, ψάχνει να το βρει. Πάει στην απεσταλμένη του βασιλιά και τη ρωτάει:
-Μην είδες το αρνάκι μου, μην είδες το αρνί μου;
-Μύρισε τα δικά μου κι αν το βρεις παρ’ το.
Η Πινακωτή τα μυρίζει και για το καθένα λέει ότι και πριν το παιδί:
«Πουφ, μπακαλιάροι!  Πιφ ρέγκες! Πουφ, σκόρδα»
Μόλις η Πινακωτή μυρίσει το τελευταίο κορίτσι λέει:
Αχ! Μόσχος και κανέλα και του βασιλιά κοπέλα! Ετούτο είν’ τ’ αρνάκι μου!
Φεύγουν μαζί και στο δρόμο το ρωτάει:
-Τι σε τάιζαν, αρνάκι μου;
-Ψωμί και ξύδι!
Τότε τα άλλα παιδιά φωνάζουν:
-Έτρωγε ψωμί και ξύδι και της γάτας το κοψίδι!
Η κυρά Πινακωτή θυμώνει τότε και αρχίζει να κυνηγάει τα παιδιά πηδώντας κουτσό. Τι λέτε; Θα καταφέρει να πιάσει κανέναν έτσι;  

Σχοινάκι

Το σχοινάκι παίζεται με ένα σχοινί μήκους περίπου 2 μέτρων.
Δύο παιδιά κάθονται αντικριστά κρατώντας το σχοινί από την άκρη του και το κινούν κατά τέτοιον τρόπο που το σχοινί να γυρίζω γύρω γύρω διαγράφοντας έναν κύκλο που τελειώνει στο επίπεδο ακριβώς του εδάφους.
Στη διαδικασία αυτή μπαίνουν όλοι οι συμμετέσχοντες χοροπηδώντας και προσπαθώντας να μην πατήσουν ή ανακόψουν την πορεία του ή μπερδευτούν με το σχοινί. Όποιος χάσει, βγαίνει έξω και κρατάει αυτός το σχοινί.
Δεν ήταν όμως λίγες οι φορές, που τα κορίτσια συνήθιζαν να κόβουν βόλτες στο δρόμο ή στην αυλή του σχολείου, τρέχοντας και πηδώντας παρέα με το σχοινάκι.

Βόλοι ή βούζες


Εδώ, θα αφιερώσουμε ολόκληρο κεφάλαιο μιας και ήταν το πιο αγαπημένο παιχνίδι της παιδικής ηλικίας. Ας ξεκινήσουμε το ιστορικό τους.
Οι αρχαίοι Έλληνες έπαιζαν διάφορα παιχνίδια χρησιμοποιώντας καρύδια.
Ένα από αυτά, που ονομαζόταν «Ομίλα», ήταν παρόμοιο με το παιχνίδι «Κλοιός» που παίζεται ακόμη και σήμερα.
Υπάρχουν συχνές αναφορές σε όλο το φάσμα της Ρωμαϊκής λογοτεχνίας σε βόλους και σε παιχνίδια βόλων τα οποία παιζόντουσαν με καρύδια. Ο Οβίδιος περιγράφει μια ποικιλία παιχνιδιών με καρύδια στο ποίημά του «Η Καρυδιά». Είναι πιθανόν λογικό να υποθέσουμε πως οι Ρωμαίοι έπαιρναν αυτόν τον δημοφιλή τρόπο διασκέδασης μαζί τους σε όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας τους.
Παιδιά που παίζουν με βόλους εμφανίζονται σε τοιχογραφίες που βρέθηκαν στο Μπάθ, στην Αγγλία.
Βόλοι από πυλό έχουν βρεθεί σε μία αποικία επηρεασμένη από τον Ρωμαϊκό πολιτισμό στη Βορειοδυτική Ινδία και χρονολογούνται από τον 2ο αι. μ.Χ.
 

Το 1815 γράφτηκε στην Αγγλία το πρώτο βιβλίο για τους βόλους, σύμφωνα με αυτό οι πρώτοι βόλοι φτιάχνονταν από πορσελάνη, πηλό, γυαλί ή ακόμη και από αληθινό μάρμαρο. Το 1848 ένας Γερμανός κατασκευαστής γυαλιού εφηύρε το «ψαλίδι βόλων» (ένα καλούπι για να φτιάχνουν βόλους) το οποίο έφερε επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο φτιάχνονταν οι βόλοι ως εκείνη τη στιγμή. Το 1890 κατασκευάστηκαν για πρώτη φορά βόλοι από μηχανή στη Γερμανία και αργότερα τον ίδιο χρόνο στην Αμερική.


Οι βόλοι ήταν φτιαγμένοι από πηλό και βαμμένοι σε ζωηρά χρώματα. Αργότερα, αντικαταστάθηκαν με τους γυάλινους πολύχρωμους βόλους, που είχαμε κι εμείς στην παιδικά μας ηλικία. 
 Ας δούμε δυο πολύ δημοφιλή παιχνίδια με βόλους:
ΤΡΙΓΩΝΑΚΙ: Χαράζουμε στο χώμα ένα τρίγωνο και μέσα σ' αυτό ο κάθε παίχτης βάζει δυο-τρεις από τους βόλους του. Σε μια απόσταση 4-5 μέτρων στήνεται μια πέτρα, ο μπάστακας. Τα παιδιά ρίχνουν τους βόλους τους προς τον μπάστακα και όποιος φτάσει πιο κοντά παίζει πρώτος. Ο παίχτης ρίχνει με τον αντίχειρα το βόλο του στο τριγωνάκι με σκοπό να χτυπήσει έναν από αυτούς που ήταν μέσα και να τον βγάλει έξω, οπότε και τον κερδίζει. Εάν κάποια στιγμή χάσει και ο βόλος του μείνει μέσα στο τρίγωνο, ο αμέσως επόμενος παίχτης χτυπώντας το βόλο κερδίζει όλους όσους είχε μαζέψει ο προηγούμενος ως τώρα.

ΜΠΑΖ: Η διαδικασία με τον μπάστακα είναι η ίδια, αυτή τη φορά όμως οι βόλοι στήνονται σε ευθεία γραμμή ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο πρώτος στη σειρά λέγεται μάνα και ο δεύτερος παραμάνα. Αν χτυπήσεις κάποιον από τους δύο αυτούς βόλους, παίρνεις όλους όσους είναι στη σειρά μετά από αυτούς.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι μάνα, χρησιμοποιούσαμε πάντα ένα μεγαλύτερο βόλο, αλλά και ο βόλος που κρατούσαμε για να σημαδεύουμε ήταν πάντα μεγάλος και πολλές φορές, οι πιο τυχεροί, είχαν βόλους βαριούς, από μεγάλα ρουλεμάν, που τους λέγαμε κουρσούμια.




Ξυλίκι καμάκι το αγαπημένο μας.


Παιζόταν από δύο παιδιά, ή δύο ομάδες.
Χρησιμοποιούσαμε δυο άνισα μεταξύ τους ξύλα. Το ένα περίπου μισό μέτρο που ήταν το ξυλίκι και το άλλο 10-15 εκατοστά, με τις δυο άκρες πελεκημένες ώστε να μην ακουμπάνε στο έδαφος. Αυτό, ήταν το καμάκι.
Φτιάχναμε ένα λακκάκι στο χώμα, όπου τοποθετούσαμε το «καμάκι».
Για να επιλεγεί όμως  ποιός θα έπαιζε πρώτος, το ένα παιδί τίναζε με το χέρι το «καμάκι» σε απόσταση 10-15 μ. μακριά.
Μετά άρχιζε να μετράει πόσες φορές χωράει το «ξυλίκι» από το λακκάκι έως το σημείο που έπεσε το «καμάκι», λέγοντας κάθε φορά: “ξυλίκι-καμάκι”. Νωρίτερα, κάθε ομάδα είχε διαλέξει τι ήθελε: “ξυλίκι”, ή “καμάκι”.
 Η προτίμηση όποιας ομάδας “έπεφτε” στο τελευταίο μέτρημα, αυτή η ομάδα άρχιζε να παίζει, αφού χάραζαν ένα μεγάλο κύκλο στο χώμα, γύρω από το λακάκι που αυτός όριζε το τέρμα για τις αποκρούσεις του καμακιού, στη συνέχεια του παιχνιδιού.

Έβαζαν το «καμάκι» στο λακκάκι κι ο αρχηγός της πρώτης ομάδας, το χτυπούσε με το «ξυλίκι», πρώτα ελαφρά στη άκρη που προεξείχε, έτσι ώστε να πεταχτεί λίγο ψηλά.
Αμέσως το ξαναχτυπούσε, με δύναμη όμως, για να  πάει όσο το δυνατό μακρύτερα. Από το σημείο που σταματούσε, αυτό γινόταν τρεις συνεχόμενες φορές.

Αν οι αντίπαλοι το έπιαναν στον αέρα, τότε το παιχνίδι τελείωνε εκεί και οι νικημένοι έπαιρναν «καβάλα» τους νικητές. Αν όχι, τότε οι παίχτες της άλλης ομάδας,  έπρεπε να το πετάξουν προσπαθώντας να το βάλουν μέσα στον κύκλο.
Εκεί όμως στεκόταν ο αντίπαλος, έτοιμος με το ξυλίκι στο χέρι, να αποκρούσει το καμάκι και να το στείλει χτυπώντας το στον αέρα, εκτός κύκλου. Αν το κατάφερναν, νικούσαν. Διαφορετικά, νικούσε η ομάδα που έπαιζε με το «ξυλίκι».
Οι χαμένοι έκαναν «καβάλα» τους νικητές, (τους κουβαλούσαν στην πλάτη τους), από το σημείο όπου σταμάτησε το «καμάκι» ως το λακκάκι.
Στον επόμενο γύρο, τοποθετούσαν το καμάκι κάθετα μέσα στο λακάκι και βάζοντας την άκρη του ξυλικιού κάτω του σαν μοχλό, έδιναν μια δυνατή και το πέταγαν όσο μακρύτερα μπορούσαν.
Έπρεπε να το πιάσει η άλλη ομάδα στον αέρα, ή να το στείλει πάλι πετώντας το, μέσα στον κύκλο, με τερματοφύλακα τον αντίπαλο με το ξυλίκι στο χέρι.
Συνήθως, οι δύο αυτές φάσεις παιζόταν και με ανάποδη σειρά.
Το ξυλίκι καμάκι, συναντάται στην Ισπανία και την κάτω Ιταλία, του 14ου και 15ου αιώνα.

 Ακολουθεί ένα αντιπροσωπευτικό τραγούδι της Λ.Νικολακοπούλου, δοσμένο με την υπέροχη ερμηνεία του Γ. Μαρίνου, αφιερωμένο…:
Στα παιδιά που παίζουν στις αλάνες, τους δρόμους, τις φτωχογειτονιές, στα ερείπια της Γάζας, στους καταυλισμούς και στους ανθισμένους κήπους.Με αυτοσχέδια υλικά απ' τη φύση, με το σώμα, με τις λέξεις, με ό, τι μπορούν να εφεύρουν, με οτιδήποτε μπορούν να μεταμορφώσουν σε εργαλείο παιγνιδιού. Πολλές φορές παίζουν πόλεμο, μόνο που για μερικά παιδιά δεν είναι απλά ένας ρόλος...
    Ποιος μπορεί να σταματήσει την ανάγκη του παιδιού για παιχνίδι; Μόνο ο χρόνος... Η ηλικία. Η μετάβαση στον κόσμο των ενηλίκων. Τότε που χάνονται όλα, μαζί με την αθωότητα...

«Πέρασ' ο καιρός
παιχνίδι αλλιώτικο
που χάθηκε στο φως...»









Δεν υπάρχουν σχόλια: